Μέχρι πριν κάποια χρόνια έμπαινα συχνά στο section του Facebook με τίτλο «Σαν Σήμερα». Στο συγκεκριμένο section είχες τη δυνατότητα να δεις παλιά σου post, δημοσιευμένα την ίδια ακριβώς ημέρα, τις προηγούμενες χρονιές. Αισθανόμουν πολύ αστεία αυτή μου τη συνήθεια, καθώς, όπως σίγουρα θα με επιβεβαιώσει η γενιά μου, στην εφηβεία μας θεωρούσαμε πολύ κουλ να κάνουμε συνέχεια posts στο Facebook.
Τραγούδια με στίχους για τα άτομα που μας άρεσαν, check-in σε μαγαζιά με ατάκες που συνήθως κλέβαμε από άλλους, status στα οποία λέγαμε τον πόνο μας για την πολύ σημαντική μας προσωπική ζωή, φωτογραφίες από τις εξόδους μας (πολλές φορές και ολόκληρα άλμπουμ από ένα μόνο πάρτυ), και δημοσιεύσεις στον «τοίχο» των φίλων μας αντί για μηνύματα. Σε περίπτωση που κάποιο άτομο μπερδεύεται με τα προαναφερόμενα, ναι, είμαι από τις μεγάλες GenZ.
Λίγο αφότου ξεκίνησα να εργάζομαι σοβαρά στην επικοινωνία και τις δημόσιες σχέσεις, σκέφτηκα ότι ίσως κάποιες από αυτές τις δημοσιεύσεις θα ήταν καλό να μην υπάρχουν. Και έτσι, σε ένα βράδυ ανυπέρβλητης υπερανάλυσης, τις έσβησα όλες. Θεώρησα πως εάν τυχόν με αναζητήσει online κάποιος μελλοντικός εργοδότης, ίσως θα ήταν καλό να μην έβλεπε τις τόσο έντονες απόψεις μου για το Vampire Diaries και το τί θα φορούσα στον χορό του σχολείου μου.
Κάτι αντίστοιχο έκανα κάποια στιγμή και στο Instagram, και πιθανόν να ξανακάνω στο μέλλον. Παρ’όλα αυτά συνεχίζω να νιώθω την ανάγκη να δημοσιεύω στόρι από το όμορφο μαγαζί που θα βγω το Σαββατοκύριακο, από το ταξίδι μου, από τη δουλειά μου, το φαγητό μου, το σπίτι μου. Οι κοινωνικές νόρμες μας κινούν να ακολουθούμε - με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά - ό,τι νιώθουμε ότι θα μας κάνει υπαρκτούς. Πόσο ιδιωτική είναι όμως η ύπαρξή μας, όταν κάθε μας σκέψη έχει κάποια στιγμή καταγραφεί;
Από τη μία, έχουμε μάθει να «καθαρίζουμε» το παρελθόν μας. Να σβήνουμε, να αρχειοθετούμε, να διαχειριζόμαστε την εικόνα μας. Να φτιάχνουμε δηλαδή μια πιο συνεκτική, πιο ελεγχόμενη εκδοχή του εαυτού μας προς τα έξω. Από την άλλη, συνεχίζουμε να μοιραζόμαστε. Ίσως όχι με τον ίδιο κωμικό τρόπο όπως στα 15 μας. Πιο επιμελημένα, πιο «αισθητικά» και πιο συνειδητά, αλλά και πάλι δημόσια.
Αυτό δεν είναι σίγουρα τυχαίο. Για τη γενιά μας, η έκθεση δεν είναι απλώς μια συνήθεια, αλλά ένας τρόπος να υπάρχεις κοινωνικά. Κάπως έτσι, ζούμε μέσα σε μια αντίφαση: θέλουμε να είμαστε ορατοί, αλλά όχι εκτεθειμένοι.
Μόνο που το περιβάλλον στο οποίο ζούμε δεν λειτουργεί ακριβώς έτσι, γιατί το internet δεν ξεχωρίζει ανάμεσα στο «σήμερα» και στο «χθες» αλλά κρατάει τα πάντα. Και αυτό σημαίνει ότι, για πρώτη φορά, μια γενιά μεγαλώνει γνωρίζοντας ότι το παρελθόν της δεν είναι κάτι που απλώς θυμάται. Είναι κάτι που μπορεί να ανασυρθεί. Μια φάση της ζωής μας η οποία πέρα από ανάμνηση, αποτελεί και data.
Ίσως η σκέψη αυτή να μην επηρεάζει μονάχα τον τρόπο που ποστάρουμε, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εξελισσόμαστε. Όταν γνωρίζεις ότι η κάθε εκδοχή του εαυτού σου μπορεί κάποια στιγμή να «επιστρέψει», αρχίζεις, έστω και ασυνείδητα, να φιλτράρεις το ποια εκδοχή προτιμάς και επιτρέπεις να υπάρχει.
Και τελικά, ίσως η ερώτηση δεν είναι πότε σταματήσαμε να έχουμε ιδιωτική ζωή - γιατί μάλλον δεν είχαμε και ποτέ. Ίσως η ερώτηση είναι άλλη: μπορείς να έχεις πραγματικά ιδιωτική ζωή, όταν ακόμα και οι πιο «αθώες» εκδοχές του εαυτού σου μπορούν να επιστρέψουν και να επαναπροσδιορίσουν το ποιος είσαι; Ή μήπως, τελικά, δεν χάσαμε την ιδιωτικότητά μας επειδή εκτεθήκαμε περισσότερο, αλλά επειδή τίποτα από όσα ήμασταν δεν μένει πια μόνο στο παρελθόν;
Comments