Γιατί η τήρηση του ωραρίου προκαλεί ενοχές και πως η νέα γενιά επαναπροσδιορίζει τα όρια της εργασίας;
Το ρολόι δείχνει ακριβώς 17:30, η εργασία της ημέρας έχει ολοκληρωθεί, οι εκκρεμότητες έχουν μπει σε σειρά και το laptop είναι έτοιμο να κλείσει. Κι όμως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μια γνώριμη σκιά αμφιβολίας εμφανίζεται.
Κοιτάζω γύρω μου κι οι περισσότεροι συνάδελφοι είναι ακόμα σκυμμένοι πάνω από τις οθόνες τους. Σηκώνομαι, μαζεύω τα πράγματά μου και ψιθυρίζω ένα δειλό «καλό απόγευμα», νιώθοντας ένα περίεργο βάρος στο στήθος.
Σαν να κάνω κάτι παράνομο. Σαν να κλέβω.
Αν έχεις νιώσει ποτέ αυτό το σφίξιμο στο στομάχι επειδή απλά… σέβεσαι το χρόνο σου, δεν είσαι μόνος/η. Το «work guilt» (η ενοχή εργασίας) είναι μία πολύ πραγματική κατάσταση που ταλαιπωρεί πολλούς εργαζομένους σήμερα, και ιδιαίτερα τους νεότερους που προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην επαγγελματική εξέλιξη και την προσωπική ζωή τους.
Για δεκαετίες, η αξία ενός εργαζομένου μετριόταν συχνά με τις ώρες που περνούσε στο γραφείο. Το να «χτυπάς κάρτα» αργότερα από το προβλεπόμενο θεωρούνταν δείγμα αφοσίωσης, πάθους και επαγγελματισμού. Αυτή η κουλτούρα της αέναης απασχόλησης (hustle culture) πέρασε ασυνείδητα και στις επόμενες γενιές, η αλλιώς η κληρονομιά
του «πρώτος έρχεσαι, τελευταίος φεύγεις».
Όταν, λοιπόν, η Gen Z μπαίνει στην αγορά εργασίας διεκδικώντας το αυτονόητο -την τήρηση του συμβατικού ωραρίου- έρχεται αντιμέτωπη με αυτό το βαθιά ριζωμένο στερεότυπο. Το να φεύγεις στην ώρα στο μεταφράζεται λανθασμένα από το παλιό σύστημα ως «έλλειψη ενδιαφέροντος». Έτσι, ακόμα, κι όταν είμαστε απόλυτα παραγωγικοί μέσα στο οκτάωρό μας, νιώθουμε ενοχές επειδή δε συμμετέχουμε στο σιωπηλό «θέατρο» της υπερεργασίας.
Η αλήθεια, ωστόσο, υποστηρίζεται πλέον κι από αμέτρητες έρευνες: οι περισσότερες ώρες στο γραφείο δεν ισοδυναμούν με καλύτερα αποτελέσματα. Αντίθετα, η πνευματική κόπωση μειώνει τη δημιουργικότητα και αυξάνει τα λάθη.
Η Gen Z δεν αρνείται να εργαστεί σκληρά. Θέλει, όμως, να δουλεύει έξυπνα. Αναζητά την αποτελεσματικότητα και αρνείται να θυσιάσει την ψυχική της υγεία στο βωμό μιας ξεπερασμένης εταιρικής κουλτούρας. Το να κλείνεις το laptop στην ώρα σου δε σημαίνει ότι δε νοιάζεσαι για τη δουλειά σου. Σημαίνει ότι νοιάζεσαι αρκετά για τον εαυτό σου ώστε να είσαι ξεκούραστος και αποδοτικός και την επόμενη ημέρα. Η παραγωγικότητα δε συνάδει με την εξάντληση.
Για να αλλάξει αυτό, χρειάζεται ανοιχτός διάλογος. Οι παλαιότερες γενιές αξίζει να κατανοήσουν ότι τα όρια δεν είναι δείγμα τεμπελιά, αλλά εργαλείο αυτοπροστασίας και πρόληψης του burnout. Από την άλλη πλευρά, οι νεότεροι εργαζόμενοι χρειάζεται να επικοινωνούν με αυτοπεποίθηση και επαγγελματισμό τα όριά τους, αποδεικνύοντας την αξία τους μέσα από τα αποτελέσματα της εργασίας τους κι όχι από τις ώρες παρουσίας τους.
Η εργασία είναι ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μας, αλλά δεν είναι ολόκληρη η ζωή μας. Την επόμενη φορά που θα νιώσεις ενοχή επειδή έφυγες στην ώρα σου, θυμήσου ότι
ο ελεύθερος χρόνος σου δεν είναι πολυτέλεια, είναι δικαίωμα, και η διεκδίκηση του είναι το πρώτο βήμα για ένα πιο υγιές και ανθρώπινο εργασιακό περιβάλλον για όλους μας.
Comments